Η μινωική σφραγιδογλυφία ανάμεσα στη παραδοσιακή και στη τρισδιάστατη καταγραφή: Μία διεπιστημονική τεκμηρίωση 900 αδημοσίευτων σφραγίδων από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Logo DfgΣτόχος του προγράμματος είναι η ενσωμάτωση στη σειρά του CMS πολλών, ως επί το πλείστον αδημοσίευτων σφραγίδων, που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου, και ως εκ τούτου η προώθηση της μελέτης της αιγαιακής σφραγιδογλυφίας. Το πρόγραμμα φιλοξενείται από το Ινστιτούτο Κλασικής Αρχαιολογίας της Χαϊδελβέργης και θα διεξαχθεί σε στενή συνεργασία με τα ιδρύματα και τους ανασκαφείς που διατηρούν τα δικαιώματα του υλικού. Το εγχείρημα χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Ίδρυμα Ερευνών (DFG) και το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας (INSTAP).

Στόχοι

Κύριος στόχος του προγράμματος είναι η ενσωμάτωση 900, ως επί το πλείστον αδημοσίευτων, σφραγίδων των συλλογών του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου στη σειρά του CMS. Οι σφραγίδες θα δημοσιευτούν σε δύο τόμους και θα συμπεριληφθούν και στις ελεύθερα διαθέσιμες στο διαδίκτυο Βάσεις Δεδομένων του CMS στην ARACHNE. Με τη δημοσίευση αυτού του υλικού, το CMS θα παράσχει ένα πλήρη κατάλογο των αιγαιακών σφραγίδων που φυλάσσονταν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου μέχρι το 2016. Αυτή η σημαντική ενημέρωση θα συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό, αφ’ ενός στην καλύτερη κατανόηση της αιγαιακής σφραγιδογλυφίας, και αφ’ εταίρου στην επίλυση μιας πληθώρας ζητημάτων που αφορούν τον χαρακτήρα των αιγαιακών κοινωνιών. Ακολουθώντας την καθιερωμένη διαδικασία ονοματοδοσίας του CMS, ο τίτλος του νέου τόμου θα είναι CMS II Suppl.: Iraklion, Archäologisches Museum, Supplementum. Alt- und Neufunde aus Zentral- und Ostkreta.

Επίσης, στα πλαίσια του προγράμματος θα εξερευνηθούν νέοι τρόποι διεύρυνσης των καθιερωμένων ερευνητικών μεθόδων που εφαρμόζονται στη μελέτη της σφραγιδογλυφίας. Έτσι, σε μία νέα προσπάθεια να συζητηθούν υπό ένα νέο πρίσμα ερωτήματα που σχετίζονται με τη διαδικασία κατασκευής, τα υλικά, και τη χρήση των σφραγίδων, θα επιστρατευθούν καινοτόμες μέθοδοι της πληροφορικής και των θετικών επιστημών. Η τρισδιάστατη σάρωση υψηλής ευκρίνειας επιλεγμένων κομματιών από κοντινή απόσταση μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανακατασκευή τμήματος της βιογραφίας των σφραγίδων, μέσω της ψηφιακής αναπαραγωγής της αιχμής των εργαλείων κατασκευής, και της ανίχνευσης ιχνών φθοράς. Ακόμη, η μη καταστροφική μέθοδος σάρωσης XRF επιτρέπει τη γρήγορη και ακριβή ταυτοποίηση του υλικού κατασκευής των σφραγίδων. Η χρήση αυτών των νέων δεδομένων θα θέσει τις βάσεις για τη συζήτηση των προβλημάτων εντοπισμού των ορυκτών κοιτασμάτων από τα οποία εξορύχθηκαν οι πρώτες ύλες και των εργαστηρίων σφραγιδογλυφίας υπό μία νέα οπτική γωνία.

Στόχος του προγράμματος είναι να γίνει η αιγαιακή σφραγιδογλυφία προσβάσιμη από έναν ευρύτερο κύκλο ενδιαφερομένων˙ τόσο από τους μη εξειδικευμένους στο αντικείμενο αρχαιολόγους όσο και από το ευρύτερο κοινό. Για αυτό το λόγο η σημασία της μινωικής σφραγιδογλυφίας στην κατανόηση των μινωικών κοινωνιών θα συζητηθεί στο νέο τόμο και επίσης οι τρισδιάστατες σαρώσεις επιλεγμένων αντικειμένων θα διατεθούν δωρεάν σε μία διαδικτυακή πλατφόρμα. Με την επιλογή της Αγγλικής ως επίσημης γλώσσας του προγράμματος και με την παροχή στον κατάλογο σύντομων επεξηγηματικών κειμένων σχετικών με τη στυλιστική χρονολόγηση κάθε καταχώρησης, ο νέος τόμος θα καταστεί περισσότερο προσιτός και θα αποκτήσει χαρακτήρα εγχειριδίου.

Χαρακτήρας

Το πρόγραμμα θα βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στη συνεργασία. Η σύμπραξη των μελών του προγράμματος στη Χαϊδελβέργη με επιλεγμένους ειδικούς από ολόκληρο τον κόσμο, με αρχαιολογικά ιδρύματα και σχολές, αλλά και με τους ανασκαφείς των σφραγίδων, θα δημιουργήσει περιβάλλον εύφορης επιστημονικής αλληλεπίδρασης και τις κατάλληλες συνθήκες για ένα επιστημονικό αποτέλεσμα που θα ανταποκρίνεται στα υψηλότερα δυνατά επιστημονικά πρότυπα. Οι ανασκαφείς του αρχαιολογικού υλικού θα είναι υπεύθυνοι για τις καταχωρήσεις που αφορούν τις ανασκαφές τους και θα εμφανίζονται ως συνεργάτες συγγραφείς του τόμου. Η διαδικασία απόκτησης των απαιτούμενων αδειών για το πρόγραμμα βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

Σημασία

Με περισσότερες από 12.000 γνωστές σφραγιστικές επιφάνειες, η σφραγιδογλυφία αποτελεί τη πλουσιότερη πηγή της αιγαιακής εικονογραφίας και κατά συνέπεια μία «βάση δεδομένων» από εικόνες της καθημερινής ζωής και της νόησης του αιγαιακού ατόμου. Ο μεγάλος αριθμός των αιγαιακών σφραγίδων και αποτυπωμάτων σφραγίδων, ο οποίος ξεπερνάει τις 10.000 (και υπολογίζεται πως αντιπροσωπεύει μόνο το 5% της συνολικής παραγωγής) είναι ένα σημαντικότατο αποδεικτικό στοιχείο για τη σημασία των σφραγίδων στις αιγαιακές κοινωνίες. Οι σφραγίδες χρησιμοποιούνταν ως μέσα αποτροπής της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, μέσα ταυτοποίησης και βεβαίωσης, προσωπικά φυλακτά, σύμβολα κύρους και κοσμήματα. Οι ποικίλοι ρόλοι αυτών των αντικειμένων υπογραμμίζουν την σημασία τους σε πολλαπλά κοινωνικά επίπεδα, ξεκινώντας από το προσωπικό και φτάνοντας σε αυτό της κρατικής διοίκησης, και κατά συνέπεια υποδεικνύουν τη σημασία του υλικού αυτού για την κατανόηση των κοινωνιών που το παρήγαγε.

Το πρόγραμμα θα θέσει τα θεμέλια για τη συνέχιση της σειράς του CMS η οποία αποτελεί σταθερό έργο αναφοράς για τη μελέτη των αιγαιακών σφραγίδων και σφραγισμάτων. Ο στόχος της ομάδας του προγράμματος είναι να λειτουργήσει αυτό ως βάση ώστε να καταστεί η Χαϊδελβέργη ένα παγκόσμιο σημείο αναφοράς στη μελέτη της σφραγιδογλυφίας και και των συστημάτων διοίκησης στον αιγαιακό χώρο.

Υλικό

Υπολογίζεται πως τα αντικείμενα που θα δημοσιευτούν στον τόμο θα φτάσουν τα 900. Η συντριπτική πλειονότητα είναι σφραγίδες, ενώ τα σφραγίσματα αντιπροσωπεύονται από μενονωμένα παραδείγματα. Το προς δημοσίευση υλικό προέρχεται κυρίως από θέσεις της κεντρικής Κρήτης και η χρονολόγησή του εκτείνεται από την ΠΜ ΙΙ ως την ΥΜ ΙΙΙ περίοδο. Η πρωιμότερη από πλευράς χρονολογίας εύρεσης σφραγίδα που θα δημοσιευτεί στον τόμο προέρχεται από τις ανασκαφές του Arthur Evans στην Κνωσό το 1900–1903 και το πιο πρόσφατο εύρημα από ανασκαφές που διεξήχθησαν στην κεντρική Κρήτη το 2016. Οι λόγοι για τους οποίους πληθώρα πρώιμων ευρημάτων δεν συμπεριλήφθηκαν σε προηγούμενους τόμους του CMS ποικίλουν. Κάποια αντικείμενα ήταν τότε άγνωστα στους εκδότες των αντίστοιχων τόμων του CMS, ενώ άλλα ήταν ακόμη αδημοσίευτα όταν εκδόθηκαν οι τόμοι, και οι ανασκαφείς δεν επέτρεψαν τη δημοσίευσή τους στη σειρά πριν την τελική δημοσίευση στους σχετικούς ανασκαφικούς τόμους.

Ομάδα

Μαρία Αναστασιάδου: Διεύθυνση προγράμματος

Αγγελική Θεοδωροπούλου: Σχέδια

Διαμαντής Παναγιωτόπουλος: Κάτοχος προγράμματος

Yuval Goren (Τελ Αβίβ): Σαρώση XRF

Olga Krzyszkowska (Λονδίνο): Συνεκδότης του CMS II Suppl.

Hubert Mara: Τρισδιάστατη σάρωση

Diana Wolf: Ερευνητικός βοηθός

Η δημοσίευση του CMS II Suppl. είχε αρχικά σχεδιαστεί από το CMS στο Μάρμπουργκ. Μεγάλο μέρος προκαταρκτικών εργασιών για τον τόμο είχε ολοκληρωθεί από την ομάδα του Μάρμπουργκ, τον Ingo Pini και τον Walter Müller με τη στήριξη του Αρχαιολογικού Μουσείου του Ηρακλείου και του τέως διευθυντή του Γιάννη Σακελλαράκη. Οι πληροφορίες, οι φωτογραφίες και τα αποτυπώματα της πλειονότητας των σφραγίδων που πρόκειται να δημοσιευτούν στον τόμο ήταν διαθέσιμα στο αρχείο του CMS στη Χαϊδελβέργη κατά την έναρξη του προγράμματος. Το υλικό αυτό είναι και αυτό που συνιστά τον πυρήνα του νέου προγράμματος.

Editor: Email
Latest Revision: 24.08.2017
zum Seitenanfang/up